Ένα ατύχημα, μια ασθένεια ή η ηλικία μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα κάποιος να μην μπορεί πλέον να διευθετεί μόνος τις υποθέσεις του. Με την εντολή πρόνοιας ένα πρόσωπο με δικαιοπρακτική ικανότητα ορίζει εκ των προτέρων ποιος θα αποφασίζει τότε γι' αυτό: στη μέριμνα για το πρόσωπο, στη μέριμνα για την περιουσία και στις έννομες σχέσεις.
Η εντολή πρόνοιας πρέπει να είναι ολόκληρη χειρόγραφη, χρονολογημένη και υπογεγραμμένη ή να καταρτιστεί με δημόσιο έγγραφο. Μπορεί να καταχωριστεί στο ληξιαρχείο. Όταν επέλθει η ανικανότητα καταλογισμού, η Αρχή Προστασίας Παιδιών και Ενηλίκων (KESB) εξετάζει αν η εντολή είναι έγκυρη και αν το εντολοδόχο πρόσωπο είναι κατάλληλο. Αν δεν υπάρχει εντολή πρόνοιας, η αρχή μπορεί να χρειαστεί να διατάξει δικαστική συμπαράσταση (Beistandschaft).
